Σύνδεση

Απομνημόνευση

ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ VORTARO*

Γα να κλείσει το λεξικό κάνε κλικ στο κουμπί από πάνω. Πληροφορίες για τη χρήση του λεξικού υπάρχουν στις σελίδες της «Βοήθειας».

>“La Vortaro”Pilger: “BER”Bick: “Esperanto-dansk”>

Βοήθεια: * ? Περισσότερα....

ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΑΜΕΣΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ TUJMESAĜILO*

Με αυτό το εργαλείο άμεσης επικοινωνίας (instant messenger) μπορείς να κουβεντιάζεις με άλλους χρήστες του lernu!. Για να ξεκινήσει η λειτουργία του, κάνε κλικ στο μπλε κουμπί από πάνω. Περισσότερες πληροφορίες υπάρχουν στις σελίδες της «Βοήθειας».

Βοήθεια * *

Μικρή γραμματική

Μετοχές

Οι μετοχές είναι λέξεις, οι οποίες παρουσιάζουν μία ενέργεια ως ιδιότητα ή κατάσταση, μη παρεμφατικοί τύποι του ρήματος που χρησιμοποιούνται ως επίθετα: γράφων, χτυπημένος, κλεισμένος κλπ. Στην Εσπεράντο υπάρχουν έξι τύποι μετοχών.

Ενεργητικές μετοχές

Παθητικές μετοχές

-ant- -at- συμβαίνει τώρα
-int- -it- συνέβη
-ont- -ot- θα συμβεί
(Κάνε τη σύγκριση με τα -as παρόν , -is παρελθόν kaj -os μέλλον.)

Ενεργητικές μετοχές

Οι ενεργητικές μετοχές εκφράζουν μία ιδιότητα αυτού που πραγματοποιεί την ενέργεια:
skribanta - γράφων (που γράφει)
skribinta - γράψας (που έγραψε/έγραφε)
skribonta - που θα γράψει/γράφει
skribanta knabo - αγόρι που γράφει («γράφον»)
skribinta knabo - αγόρι που έγραψε/έγραφε («γράψαν»)

Mi estis skribanta. - Έγραφα («ήμουν γράφων»).
Ili estos skribantaj. - Θα γράφουν/γράψουν («θα είναι γράφοντες»).
Ŝi estis skribonta. - Αυτή επρόκειτο να γράψει/γράφει.

Με την κατάληξη -o παρουσιάζεται το πρόσωπο, που πραγματοποιεί την ενέργεια:
skribanto - ο γράφων (αυτός που γράφει)
skribinto - ο γράψας (αυτός που έγραψε/έγραφε)
skribonto - αυτός που θα γράψει/γράφει

Μπορεί να γίνει στην Εσπεράντο και επιρρηματική χρήση των μετοχών (που ωστόσο στα Ελληνικά αποδίδεται με γερούνδιο).
Skribante li pensis pri ŝi. - Γράφοντας αυτός την σκεφτόταν.

Παθητικές μετοχές

Οι παθητικές μετοχές εκφράζουν μία ιδιότητα αυτού, που αποτελεί το αντικείμενο της ενέργειας:
skribata - γραφόμενος (που γράφεται)
skribita - γραμμένος (που γράφτηκε/γράφονταν)
skribota - που θα γραφτεί/γράφεται
skribata letero - γράμμα που γράφεται («γραφόμενο»)
skribita letero - γραμμένο γράμμα (που γράφτηκε)

La letero estas skribata de mi. - Το γράμμα γράφεται από μένα.
La letero estis skribata de ŝi. - Το γράμμα γράφονταν απ' αυτήν.
La letero estis skribita de li. - Το γράμμα ήταν γραμμένο απ' αυτόν.

Αναλυτικότερες επεξηγήσεις

Διάβασε εδώ.

Ασκήσεις

Επίπεδο 1, Επίπεδο 2, Επίπεδο 3